Είναι μια χαρακτηριστική κατάσταση κατά την οποία ο ασθενής αναφέρει ότι ένα από τα δάχτυλα του κλείνει αλλά δεν ανοίγει εύκολα ή ανοίγει αλλά συναντά δυσκολία κατά την κάμψη. Πολλές φορές κατά το άνοιγμα του δακτύλου υπάρχει μια μικρή αναπήδηση.

Η πάθηση μπορεί να είναι συγγενής όποτε αφορά κυρίως των αντίχειρα ή επίκτητη όπου οφείλεται σε πάχυνση και στένωση του ελύτρου του τένοντα ή σε δευτεροπαθή τοπική πάχυνση του ίδιου του τένοντα. Η στένωση εμφανίζεται συνήθως στην παλάμη, στο ύψος της εγκάρσιας πτυχής.

Ο μηχανισμός δεν είναι επακριβώς γνωστός, αλλά μελέτες έδειξαν πως στο επίπεδο του 1ου ινώδους δακτυλίου εμφανίζονται ιστολογικές αλλαγές και του τένοντα και του ελύτρου, με την ονομασία "ινοχόνδρινη μεταπλασία". Αυτό σημαίνει ότι ορισμένα κύτταρα "αλλάζουν" και παίρνουν τα χαρακτηριστικά των χόνδρινων κυττάρων.

Παρουσιάζουν δηλαδή μια αύξηση και στο μέγεθος αλλά και στον αριθμό.

Η επιφάνεια του τένοντα και του ελύτρου αλλάζουν και χάνουν την ολισθηρότητά τους.

Σε προχωρημένα στάδια η νόσος μπορεί να μην αφήνει το δάκτυλο να τεντώσει πλήρως.

Η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική (τοπική έγχυση κορτιζόνης) με πτωχά όμως αποτελέσματα, ενώ η χειρουργική θεραπεία δίνει την οριστική λύση του προβλήματος.

Η επέμβαση γίνεται με τοπική ή περιοχική αναισθησία, στο τμήμα ημερήσιας νοσηλείας, και συνίσταται σε επιμήκη (κατά τη φορά του δακτύλου) διατομή του ινώδους δακτυλίου του ελύτρου και απελευθέρωση των τενόντων.

Φωτογραφίες

triger1

ektinasomenos

Video

Στενωτική ελυτρίτιδα: ο ασθενής ανοίγει το δάκτυλο με την βοήθεια των άλλων δακτύλων Πλήρης απρόσκοπτη κάμψη - έκταση του δακτύλου μετά την επέμβαση.